Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010

Οδός Διονυσίου Αρεοπαγίτου

Μέχρι να το µάθει ο µικρός µου αδελφός ίδρωσε η µητέρα µου. Ολο Αεροπαγίτου και Αεροπαγίτου έλεγε. «Αερό» τον διόρθωνε. «Αερό, όχι Αρεό. Είναι από το Αρειος Πάγος. Οχι από το είναι Αραιός ο Πάγος. Το καταλάβαµε;». Μµµ, απαντούσε µε τον τρόπο του ο αδελφός µου. «Πέστο» – «Αεροπαγίτου». – «Ε να». Κι άπλωνε το χέρι της, του ‘δινε µια απαλή σπρωξιά στο κεφάλι σα χάδι και «φύγε να µη σε βλέπω» συγχρόνως. Με τα χρόνια τον έµαθε ο Παντελής τον δρόµο σωστά, αλλά πέραν τούτου ουδέν.

Ενώ άλλοι όχι µόνο τον ήξεραν σωστά εκ γενετής, αλλά µε τα χρόνια τον κατοίκησαν κιόλας, αφού βεβαίως πρώτα τον εξαγόρασαν. Με τον τρόπο τους.

Από παιδί αυτός ο δρόµος µε τραβούσε. Απ’ την πρώτη φορά που ανεβήκαµε µε το σχολείο στον Ιερό τον Βράχο, κι είδα από ψηλά την καµπύλη του σαν αγκαλιά που έκλεινε το κάστρο και τα δύο θέατρα έµεινα να κοιτάζω σαν... «Τι κοιτάζεις σαν βλαµµένο παιδί µου κάτω». Εκραξε η κυρία Καίτη η δασκάλα µας, η γεννηµένη πολλά χρόνια πριν το πολίτικαλι κορέκτ. Αργότερα µε την Αννα, ύστερα από βόλτα στην Πλάκα µάς έφερε ο δρόµος στο Θέατρο του Διονύσου.

Μείναµε βουβοί παρ’ όλο το νεαρό της ηλικίας, ήµασταν πρώτη χρονιά στο Εθνικό Θέατρο κι ήµασταν εκεί ακριβώς όπου γεννήθηκε το Θέατρο.

Μείναµε µέχρι που έγειρε ο ήλιος. Μια σφυρίχτρα έσκισε το απόγευµα. Ο φύλακας σαν ρέφερης του χρόνου µας επανέφερε στην τάξη. Από τότε περπάτησα αρκετά αυτό τον δρόµο. Νύχτες στο Ηρώδειο µε ονόµατα που τότε λάµπανε σαν την πανσέληνο πάνω απ’ τις σκουριασµένες καµάρες του Ωδείου. Παξινού, Μινωτής, Μαργκότ Φοντέιν, Ρούντολφ Νουρέγιεφ, Ερνέστ Ανσερµέ, Μορίς Μπεζάρ, Ζεράρ Φιλίπ, Ιαν Μακέλεν... αλλά και πολλές µέρες βόλτα για καφέ στου Λουµπαρδιάρη µετρώντας µε τα βήµατα τις πλάκες στο µονοπάτι του Πικιώνη, και κάποια στιγµή σαν σε όνειρο θυµάµαι το σπίτι του Παρθένη, που το κατεδαφίσανε κι έµενε µέσα, δεν έφευγε µε τίποτα η κόρη του ζωγράφου (Σοφία, αν δεν κάνω λάθος) κι είχαµε παθιαστεί όλοι, ένας θεός ξέρει γιατί. Τώρα µε την ανάπλαση έχω περάσει κάνα δυο φορές. Κυριακή απόγευµα.

Σπάνια ν’ ακούσεις ελληνικά. Πήγα και στο Θέατρο του Διονύσου. Κάθησα στις πέτρες που άγγιξε ο Σοφοκλής και ο Σωκράτης. Βγήκα στον δρόµο. Σήµερα πια, µετά που πάτησε το πόδι του ο Παύλος (ο Απόστολος, όχι ο βασιλεύς), ο Διόνυσος έγινε Διονύσιος κι από θεός πέρασε σε Αρεοπαγίτη. Αυτά έχει η ζωή. Τώρα βγαίνοντας, µόλις γυρίσεις την πλάτη σου στο θέατρο (και σ’ όλες τις τέχνες γενικότερα) βλέπεις µπροστά σου την «Οικία Ακη Τσοχατζόπουλου» όπως γράφει και µια εφηµερίδα επί «Καθηµερινής» βάσεως.

Φαίνεται ο Ωραίος Μπρούµελ - έτσι αποκαλούσαν κάποτε τον υπουργό - θα έχει παλιές σχέσεις µε τον Αρεοπαγίτη. Θυµάµαι γύρω στο 2003, 2004 στο γέρµα του Σηµίτη (άρχισε και γι’ αυτόν να γράφεται η Ιστορία ανάποδα), είχαµε πάει για φαΐ σ’ ένα µαγαζί εκεί κοντά κι όπως τρώγαµε, ξαφνικά αρχίζει ένας πανικός, µια βουή µια αναµπουµπούλα, γκαρσόνια να πηγαινοέρχονται, τραπέζια να ενώνονται, ένας έφερε µια τάβλα έξι µέτρα, τη στρώσανε στο άψε σβήσε, µια φίλη αναρωτήθηκε εµµέτρως. «Μήνα και γάµος γίνεται µήνα και χαροκόπι»; Ουδέ και γάµος γίνονταν. Ουδέ και χαροκόπι. Μόν’ είναι ο Τσοχατζόπουλος και άλλοι δυο άνθρωποι. Και όντως εισβάλλει στη σάλα ο κύριος Τσοχατζόπουλος συνοδευόµενος από µια κυρία και έναν άλλον, επίσης κύριον. Κάθησαν απ’ τη µια µεριά της τάβλας και οι τρεις φάτσα σε µας τους υπηκόους, περιχαρείς, αρχοντικοί, ο Ακης µε τα ασηµένια του µαλλιά και την οδοντική εκφορά. Εκσφενδόνιζε τα πι του και τα ταυ του σαν από σφεντόνα. Δεν πέρασε ένα λεπτό και καταφθάνει ένα ψάρι ίσαµε 8 κιλά χτισµένο µέσα σε αλάτι κι ο σερβιτόρος µε ένα σφυρί άρχισε να µας χτυπάει κατευθείαν στο κέντρο του νευρικού συστήµατος. Πότε πρόλαβαν και το ‘ψησαν; Θα µένουνε κοντά, σκέφτηκα, και θα στείλανε τον Βορειοϋπηρέτη τους (µε ένσηµα ελπίζω) να προετοιµάσει την κατάσταση, η οποία κατάσταση έγινε πλέον ανυπόφορη, γιατί δεν έφτανε το σφυροκόπηµα του πετρωµένου άλατος αλλά ο Μπον Μπρυµέλ µεγαλοφώνως άρχισε αστεϊσµούς εντελώς δικής του επινοήσεως. Διακριτικά (µην ενοχλήσουµε τον άρχοντα και Κύρη µας) ζητήσαµε λογαριασµό. Πληρώσαµε και φύγαµε. Ετσι δεν είδαµε αν ο Κύριος Τσοχατζόπουλος πλήρωσε τον δικό του λογαριασµό. Πάντως, αν δεν τον πλήρωσε, ελπίζω τώρα να τον πληρώσει. Ευχαριστώ.

Του Σταµάτη Φασουλή

Δεν υπάρχουν σχόλια: