Διάφορα γράφηκαν και ειπώθηκαν για την επίσημη επίσκεψη του Τούρκου πρωθυπουργού στην Αθήνα. Πολλοί προσπάθησαν να υποβαθμίσουν την σημασία των εικοσιμίας διακρατικών συμφωνιών οι οποίες υπεγράφησαν στο περιθώριο της επισκέψεως. Κατά την άποψη αυτή, τα μέτρα «χαμηλής πολιτικής» θεωρούνται ασήμαντα, ασκήσεις επί χάρτου οι οποίες λειτουργούν ως προπέτασμα καπνού για την αδυναμία των δύο μερών να συμφωνήσουν στα μείζονα ζητήματα. Ας δούμε όμως αναλυτικότερα μία από τις υπογραφείσες συμφωνίες, αυτήν για την άρση της υποχρεώσεως ταξιδιωτικής θεωρήσεως (βίζας) για τα τουρκικά «πράσινα διαβατήρια.»
Η ένταξη της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συμβάλει στο να ξεχασθεί τι ταλαιπωρία και ταπείνωση συχνά συνεπάγεται η έκδοση βίζας. Η προσφάτως καταργηθείσα υποχρέωση εκδόσεως βίζας για τους Έλληνες επισκέπτες των Ηνωμένων Πολιτειών αποτελούσε μάλλον την εξαίρεση στον κανόνα. Τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά για τους Τούρκους. Ένας Τούρκος πολίτης που θέλει να επισκεφθεί μία ευρωπαϊκή χώρα υποχρεούται να περιμένει στην ουρά έξω από το αντίστοιχο προξενείο επί ώρες, να υποβάλει αντίγραφα της φορολογικής του δηλώσεως και τραπεζικών λογαριασμών, συχνά και έγγραφη πρόσκληση φίλου του στην χώρα προορισμού στην οποία αυτός δήλωνε ότι «θα αναλάβει όλα τα έξοδα της παραμονής του στην χώρα.»
Είναι λογική η διστακτικότητα των ευρωπαϊκών κρατών να άρουν την υποχρέωση βίζας για τους πολίτες μίας χώρας περίπου εβδομήντα εκατομμυρίων κατοίκων, με χαμηλό κατά κεφαλήν εισόδημα και ιστορικό μεταναστεύσεως και λαθρομεταναστεύσεως. Για να απαλύνει το πρόβλημα, η τουρκική κυβέρνηση άρχισε να εκδίδει ειδικά διαβατήρια πρασίνου χρώματος για ανωτέρους δημοσίους υπαλλήλους. Σκοπός ήταν να δοθεί το μήνυμα στις προξενικές αρχές των άλλων χωρών ότι οι κάτοχοι αυτών των διαβαθμισμένων ταξιδιωτικών εγγράφων έχουν υψηλό εισόδημα και θέση στην τουρκική κοινωνία, δεν είναι με άλλα λόγια «εν δυνάμει λαθρομετανάστες.» Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, εντός και εκτός της Συμφωνίας του Σένγκεν, μεταξύ αυτών και η Γερμανία, η Γαλλία και η Βρεταννία, χώρες με μεγαλύτερο πρόβλημα λαθρομεταναστεύσεως, έλαβαν το μήνυμα και ήραν την υποχρέωση εκδόσεως τουριστικής βίζας για τους κατόχους αυτών των διαβατηρίων. Μέχρι την πρόσφατη επίσκεψη Ερντογάν και την υπογραφή της σχετικής συμφωνίας, η Ελλάς ανήκε στην μειοψηφία των χωρών οι οποίες απαιτούσαν βίζα ακόμη και για ολιγόωρες επισκέψεις. Έτσι τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου έχαναν κάθε χρόνο χιλιάδες επισκέπτες μεσαίου και υψηλού εισοδήματος οι οποίοι θα συνέβαλαν στην ενίσχυση της τοπικής τουριστικής οικονομίας. Κατά τις στατιστικές άλλωστε οι Τούρκοι τουρίστες στην Ελλάδα συγκαταλέγονται ανάμεσα σε εκείνους με την μεγαλύτερη κατά κεφαλήν δαπάνη ανά ημέρα παραμονής.
Ποια είναι όμως η αντίστοιχη τουρκική πολιτική; Από την δεκαετία του 1980, με απόφαση του τότε πρωθυπουργού Οζάλ, ήρθη μονομερώς η υποχρέωση ταξιδιωτικής θεωρήσεως (βίζας) για τους Έλληνες πολίτες. Εδώ δε και μερικά χρόνια, για την είσοδο στην Τουρκία αρκεί και η επίδειξη ελληνικής αστυνομικής ταυτότητος νέου τύπου. Έτσι η Τουρκία φιλοξενεί κάθε χρόνο εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες τουρίστες οι οποίοι αποτελούν σεβαστό μέρος της τουριστικής πελατείας της.
Θα πει κανείς, καλά αυτά τα βήματα, με το Αιγαίο και την Κύπρο όμως τι γίνεται; Πώς είναι όμως δυνατόν να περιμένει κανείς να λυθούν σοβαρά και σύνθετα προβλήματα, όπως το Αιγαίο και η Κύπρος, όταν τα απλά και προφανή ζητήματα δεν διευθετούνται επί δεκαετίες; Η αναβλητικότητα και η δυσπιστία, που διακατείχε τις ελληνικές αρχές και εμπόδιζε την κατάργηση της βίζας στα «πράσινα διαβατήρια» με κόστος για την ελληνική οικονομία, εξακολουθεί να επηρεάζει την ελληνική και την τουρκική πλευρά και δυσχεραίνει την επίτευξη οποιασδήποτε προόδου στις διμερείς διαφορές. Γι’αυτό ας μην υποβαθμίζουμε την σημασία των διμερών συμφωνιών: Όπως έλεγε και ο Λάο Τσε, «ένα ταξίδι χιλίων μιλίων ξεκινά με ένα βήμα.» Εδώ έγιναν τουλάχιστον εικοσιένα....
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου